Το βιβλίο μου…

Αποφάσισα να κάνω κάτι περίεργο. Κάτι που δεν είχα ποτέ σκοπό να κάνω.
Να δημοσιεύσω τον πρόλογο αλλά και τον …επίλογο του βιβλίου που γράφω εδώ και πολλά χρόνια.
Το κάνω γιατί το βιβλίο που τελικά θα διαβάσετε κάποια μέρα, όχι πολύ μακριά από τώρα, άλλαξε μορφή τους είκοσι αυτούς τελευταίους μήνες. Και γράφεται ακόμα.
Στο μυαλό μου. Και στην πραγματική ζωή.
Την τελική μορφή του θα την αποκτήσει όταν τελειώσουν όλα. Όταν φτάσει στο τέλος αυτή εδώ η διαδρομή.
Για τον τίτλο όμως δεν ήμουν ποτέ τόσο σίγουρος όσο τώρα…
Ίσως και να μην έχει νόημα αυτό που κάνω. Όπως έγραψε όμως και ο Ντοστογιέφσκι στον πρόλογό του στους Αδελφούς Καραμάζοφ, “να λοιπόν όλος κι όλος ο πρόλογος,
είμαι απόλυτα σύμφωνος πως είναι εντελώς περιττός, μα μια και γράφηκε πια, ας μείνει”…
*********
“ΤΑ ΕΝΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ”
ΠΡΟΛΟΓΟΣ…
“Έρχονται εκείνες οι στιγμές, που το παρόν εμφανίζεται σαν τον διάβολο τον ίδιο, στην πιο εφιαλτική του μορφή, να σου ξεκαθαρίσει πως, ό,τι και αν κάνεις, το παρελθόν είναι εδώ και θα σε στοιχειώνει. Πως είναι μία μάχη που όσο και αν προσπαθήσεις, ακόμη και αν εξαντλήσεις όλες τις δυνάμεις της ψυχής σου, δεν θα την κερδίσεις. Και πως οι κατακτήσεις στη μάταιη αυτή προσπάθεια του παρόντος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ασήμαντα διαλείμματα στη μαύρη μοίρα σου που εσύ διαμόρφωσες αμετάκλητα, με τις πράξεις και τις παραλείψεις σου του παρελθόντος. Πως όσα περισσότερα πετυχαίνεις στην προσπάθειά σου αυτή τόσο πιο οδυνηρή είναι η συνειδητοποίηση της ματαιότητας”
Θα γίνεις συγγραφέας… Μα… Δεν έχει μα… Θα γίνεις συγγραφέας… Μα… Τί να γράψω; Τα έγραψε όλα ο Ντοστογιέφσκι… Και πριν από αυτόν οι Αρχαίοι Έλληνες… Θα γράψεις κάτι παραπάνω από τον Ντοστογιέφσκι… Μία μέρα θα το κάνεις. Είναι γραφτό. Άκουσέ με. Και εγώ δεν θα υπάρχω. Θα σε καμαρώνω από πάνω, όμως. Να είσαι σίγουρος γι’ αυτό. Και γι’ αυτό. Και τί θα γράψω; Και πώς θα ξέρω ότι έφτασε η ώρα; Θα το καταλάβεις. Αυτά δεν προγραμματίζονται. Αυτό θα σε βρει, όχι εσύ αυτό. Όσο για το τί θα γράψεις…; Ξέρω ότι αυτό που θα γράψεις θα είναι σπουδαίο. Θα τους μαγέψεις όλους. Μα όλους. Θα το διαβάσω από εκεί που θα είμαι. Ανυπομονώ.
Αυτά τα λόγια της μητέρας μου δεν ήταν η πρώτη φορά που τα άκουγα. Δεν θυμάμαι όμως πότε ήταν αυτή η πρώτη φορά που τα είπε. Ούτε η τελευταία. Πρέπει να ήμουν πολύ μικρός όταν με κοίταξε με αυτό το απλό ύφος, το ύφος που, όπως πάντα, δεν είχε το ελάχιστο ψήγμα περισπούδαστου, επιτηδευμένου στοιχείου, όπως όταν ανέλυε τις πιο βαθιές πανανθρώπινες έννοιες, όταν εξηγούσε με αυτήν την μοναδική απλότητα που χαρακτηρίζει τους αληθινούς πνευματικούς ανθρώπους, τις πιο δύσκολες φιλοσοφικές έννοιες. Όταν μου μίλαγε για τον Πλάτωνα και θα ορκιζόσουν ότι μόνο ο ίδιος ο Πλάτωνας θα μπορούσε να σου εξηγήσει τις ίδιες έννοιες με τόσο κατανοητό τρόπο, που νόμιζες ότι οι έννοιες αυτές ήταν ήδη μέσα στο κεφάλι σου, ξεχασμένες, και κάποιος απλά στις θύμιζε. Και επειδή ακριβώς αυτά τα λόγια ήταν της μητέρας μου, την οποία χαρακτήριζε επίσης η απόλυτη μετριοφροσύνη, ίδιον νομοτελειακά του γνήσιου πνευματικού ανθρώπου, του βαθύ γνώστη των πραγμάτων, ο οποίος μόνο ως παρατηρητής της ανθρώπινης ψυχής, μπορεί να αναλύσει την έννοια της έπαρσης, δεν τα ξέχασα ποτέ. Η σκέψη, όμως, ερχόταν και έφευγε. Μία αέναη κίνηση, μέσα και έξω, στο κεφάλι μου, στο μυαλό μου. Αν τώρα, που αρχίζω το γράψιμο, με έχει βρει ή ακυρώνω τα λόγια της επιχειρώντας να το βρω εγώ, μένει να φανεί. Όταν τελειώσω το γράψιμο θα το ξέρω. Θα υπάρχει ένα ναι ή ένα όχι. Τί από τα δύο, εγώ θα το ξέρω, αλλά δεν θα το γράψω ούτε εδώ ούτε στο τέλος.
Θα γράψω λοιπόν μία μικρή ιστορία. Κάποτε διάβαζα ένα πολύ ωραίο βιβλίο ιστορίας. Τη “μικρή ιστορία του κόσμου”. Ο τίτλος αυτός είναι όμορφος τίτλος. Ενέχει μία πανέμορφη, φαινομενική αντίφαση. “Μικρή” και “κόσμος”. Μα στην απλότητα δεν είπαμε ότι έγκειται η βαθιά γνώση των πραγμάτων; Ουκ εν τω πολλώ το ευ. Γιατί να μη μπορείς να περιγράψεις την ιστορία όλου του κόσμου σε ένα μικρό βιβλίο; Γιατί, λοιπόν, να μην δανειστώ και εγώ την αντίφαση αυτή και να γράψω τη …μικρή ιστορία του ανθρώπου; Αυτό θα κάνω. Και ποιο τίτλο θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω για το βιβλίο αυτό ώστε να περιγράφει αυτό που θέλω να σας πω; Μήπως όμως ξέρω στα σίγουρα τί θέλω να σας πω; Μα θέλω να τα πω όλα! Δεν θέλω να αφήσω τίποτα. Όλα όσα έχω καταλάβει για την ανθρώπινη ύπαρξη. Για τη μοίρα του ανθρώπου. Θέλω να σας τα πω. Μέσα από μία ιστορία. Που τα έχει όλα. Φυσικά και θα διαβάσετε για εγκλήματα. Όχι γιατί ο καλύτερος τρόπος να διαβάσουν αυτά που θες να πεις είναι να βάλεις μπόλικο αίμα στην ιστορία σου, αλλά διότι πολύ απλά το έγκλημα, με την καθημερινή διαχρονική παρουσία του στη ιστορία του ανθρώπου, είναι η απόλυτη απόδειξη της παρουσίας του κακού, τα απόλυτα διαπιστευτήριά του, η διαρκής υπενθύμιση του ποιος κάνει κουμάντο εδώ πάνω. Ακόμη και όταν δικαιολογείται, νομικά ή ηθικά. Το κακό είναι και πάλι, μασκαρεμένο, σαν σε αρρωστημένο πάρτι μασκέ. Απλώς οι άνθρωποι συνειδητά ή μη δεν θέλουν να βγάλουν το προσωπείο, τη μάσκα. Το κακό μας ειρωνεύεται ακόμη και μέσα από τις καλές πράξεις. Τις οποίες διαρκώς χρησιμοποιεί για να μας παραπλανήσει και να εδραιώσει τη θέση του, τη θέση της κυριαρχίας.
Γιατί άλλωστε υπάρχει αυτή η διαρκής ανάγκη να εξάρουμε το καλό, να επιδοκιμάσουμε τις καλές πράξεις; Ακριβώς διότι αυτές αποτελούν την εξαίρεση. Την εξαίρεση του κανόνα. Και ο κανόνας είναι το κακό. Το κακό μπορεί να κάνει καλό. Το κάνει συνέχεια. Το ερώτημα είναι, μπορεί το καλό να κάνει κακό; Συνειδητά, όχι από αμέλεια.
Μπορεί; Και αν μπορεί, τί σημαίνει αυτό για το ίδιο; Τί σημαίνει αυτό για την ανθρώπινη ύπαρξη; Και ποιος καθορίζει την πορεία του ανθρώπου; Ποιος αποφασίζει γι’ αυτήν και σε ποια πλευρά θα βρεθεί στη ζωή του, του κακού ή του καλού; Ο ίδιος; Αυτό που ονομάζουμε μοίρα; Και τί είναι η μοίρα; Τα γονίδια; Οι συνθήκες; Ο εξωτερικός παράγοντας; Δηλαδή, αυτό που ονομάζουμε τύχη;
Προσπαθούμε, αληθινά ή υποκριτικά, να εξυμνήσουμε το καλό, προσπαθώντας να εξορκίσουμε το κυρίαρχο κακό. Μάταια για τους αληθινούς, βάσει σχεδίου για τους υποκριτές, τους εκπροσώπους, δηλαδή, του κακού. Γιατί το κακό ξέρει πολύ καλά να υποκρίνεται το καλό. Αυτή είναι η μεγάλη δύναμή του. Και επειδή διαπιστώνω ότι ήδη κυριαρχεί στη σκέψη μου η μία και μοναδική λέξη που μπορεί να αποτυπώσει σε εννέα μόλις γράμματα το αγαπημένο ένδυμα του κακού, θα την αφήσω να προσδιορίσει το θεμέλιο αυτής της μικρής ιστορίας του ανθρώπου: Τα εννέα γράμματα του Διαβόλου. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η αρχαία ελληνική λέξη “ὑπόκρισις” (“υποκρισία”) πέρασε στην κυρίαρχη γλώσσα του πλανήτη, με λατινικό ένδυμα αλλά με εννέα και πάλι γράμματα: “hypocrisy”. Δεν είναι τυχαίο που τόσοι πολλοί, σπουδαίοι λαοί, δεν επινόησαν δικές τους λέξεις για να περιγράψουν μία έννοια που, όπως όλες τις βαθιές πανανθρώπινες έννοιες, οι Έλληνες κατανόησαν, αποκωδικοποίησαν και αποτύπωσαν σε μία μόνο λέξη, μία λέξη με εννέα γράμματα, στη λέξη “ὑπόκρισις”. Οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί, όταν θέλουν να περιγράψουν την ίδια ανθρώπινη συμπεριφορά, λένε “hypocrisie”. Οι Πορτογάλοι “hipocrisia”. Οι Πολωνοί “hipokryzja”. Οι Ρουμάνοι “ipocrizie”. Οι Κροάτες και οι Βόζνιοι “hipokrizija”.
Διαβάζω την εισαγωγή μου και σκέφτομαι: “Πώς τα κατάφερα έτσι;”. Μόνος μου ανέβασα τον πήχη πολύ ψηλά, πάρα πολύ ψηλά. Και τώρα το εγχείρημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο. Όταν ακόμη καλά καλά δεν έχω αποφασίσει εάν αυτό με βρήκε ή ακόμη με ψάχνει και εγώ, παρά ταύτα, ξεκινάω. Και δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ότι ήδη από την αρχή επιδεικνύω αυτό ακριβώς, την απουσία του οποίου αναγνωρίζω στη μητέρα μου και σε κάθε αληθινό πνευματικό άνθρωπο: έπαρση.
Αλλά, από την άλλη, ποιος σας είπε ότι είμαι και εγώ ένας αληθινός πνευματικός άνθρωπος;
Μήπως, λοιπόν, θα έπρεπε, πριν αρχίσω το γράψιμο, να ανατρέξω για μία ακόμη φορά στα κείμενα των Αρχαίων Ελλήνων, στα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, στα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα, στα ιστορικά μου βιβλία; Μπα, μόνο κακό θα μπορούσα να κάνω στον εαυτό μου. Είναι όπως όταν δίνουν οι μαθητές εξετάσεις που θα κρίνουν το μέλλον τους, έχουν επί ατελείωτες, βασανιστικές ώρες εξαντλητικής μελέτης και ψυχοκτόνων επαναλήψεων ξεπεράσει τα ανώτατα όρια αντοχής, και την παραμονή των εξετάσεων νομίζουν ότι δεν θυμούνται τίποτα, η αγωνία τούς κυριεύει και σπεύδουν κάθιδροι να διαβάσουν ό,τι μπορούν, ό,τι προλαβαίνουν, για να διαπιστώσουν με τρόμο ότι τελικά δεν θυμούνται τίποτα, γιατί, βεβαίως, ο πανικός έχει μπλοκάρει τον εγκέφαλό τους. Μόνο κακό κάνουν. Άλλωστε, πόσοι από εσάς δεν έχετε νιώσει αυτήν την αλλόκοτη ηρεμία που έρχεται μαγικά, από ένα άγνωστο μέρος του εγκεφάλου σας, τη στιγμή που σας ανακοινώθηκαν τα θέματα της εξέτασης; Και με αυτήν, την ηρεμία, έρχονται οι γνώσεις, που ήταν κάπου χαμένες το προηγούμενο βράδυ. Αυτήν την ηρεμία θέλω και εγώ να αποκτήσω, αλλά και να διατηρήσω, γιατί πόσες φορές και σε πόσους άριστα προετοιμασμένους μαθητές δεν στοιχειώνει τις ώρες των εξετάσεων το απαίσιο αυτό, ανίκητο άγχος και η συνειδητοποίηση του πόσο πολλά για το μέλλον τους, τη ζωή τους, εξαρτώνται από το αποτέλεσμα; Εγώ, τουλάχιστον, δεν έχω το άγχος του χρόνου. Που, σαν τον ίδιο τον Διάβολο, είναι σαν να υπενθυμίζει στον εξεταζόμενο κάθε δευτερόλεπτο, ότι αυτό το δευτερόλεπτο είναι ένα ακόμη λιγότερο μέχρι το τέλος της εξέτασης.
Ό,τι διάβασα, διάβασα, λοιπόν. Ό,τι έμαθα, έμαθα. Ό,τι κατάλαβα, κατάλαβα. Τα βιβλία κλειστά και στα ράφια. Άλλωστε αυτό που χρειάζομαι για να καταφέρω να γράψω και να τελειώσω αυτό το βιβλίο, είναι μαζί μου και δεν θα με εγκαταλείψει μέχρι το τέλος.
Είναι η ίδια η ψυχή μου και οι εμπειρίες μου. Και, κυρίως, τα λάθη μου. Και έχω κάνει πολλά. Και η αναζήτηση της αιτίας γι’ αυτά. Για όλα αυτά τα λάθη. Που ξέρω ότι τα
ουσιαστικά λάθη δεν ήταν λάθη. Ήταν συνειδητές πράξεις. Εγκλήματα. Από πρόθεση. Διότι ο άνθρωπος είναι έλλογο ον.
Ο λόγος. Η ειδοποιός διαφορά από τα υπόλοιπα όντα της ύπαρξης.
Η ευλογία του.
Και ταυτόχρονα η καταδίκη του.
Ώρα για γράψιμο.
Όλα αυτά που θα σας εξιστορήσω, στη μικρή αυτή ιστορία του ανθρώπου, συνέβησαν κάπου στην Ελλάδα, κάποτε, χθες, σήμερα ή θα συμβούν στο μέλλον. Είναι μία αληθινή ιστορία με αληθινούς ανθρώπους, όσο αληθινά είναι τα λόγια τους, όσο αληθινές είναι και οι πράξεις τους.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ…
Oι σκέψεις του έτρεχαν. Όλοι έψαχναν. Έψαχναν τον δολοφόνο. Αυτόν που αφαίρεσε όλες αυτές τις ανθρώπινες ψυχές. “Δίκαια” ή “άδικα”. Όλοι βασανίζονταν από μία μόνο σκέψη, από ένα μόνο συντριπτικό ερώτημα:
Ποιος θα μπορούσε να έχει διαπράξει όλα αυτά τα εγκλήματα;
Κάθισε στη μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα. Μπροστά στο αναμμένο τζάκι.
Κοίταξε το τζάκι. Τη φωτιά που σιγόκαιγε. Τις σπίθες που πετάγονταν, σαν από τα πέρατα του κόσμου. Στα μάτια του, τα μάτια του καλού, φωτισμένα σαν να έκαιγε σ’ αυτά, και όχι στο τζάκι, η φωτιά, νόμιζες πως έβλεπες τις σκέψεις του σαν τη πιο λαμπερή βροχή από τα πιο λαμπερά αστέρια της ύπαρξης.
Ήταν για όλους η ήρεμη δύναμη του καλού. Πόσοι, μα πόσοι, δεν στήριξαν τις ελπίδες τους σε αυτόν; Πόσοι, μα πόσοι δεν τον πίστεψαν; Δεν έσκυψαν το κεφάλι από ντροπή, όταν τους νουθετούσε, όταν τους κατέκρινε για τις πράξεις τους; Δεν τον θαύμασαν για τη σοφία του, το μεγαλείο του; Δεν άκουσαν τις συμβουλές του; Δεν τον ακολούθησαν;
Πόσοι;
Όλοι.
Μα τώρα; Εδώ;
Όλοι έψαχναν. Την αλήθεια. Και αυτός δεν είχε καταφέρει να βρει την αλήθεια. Δεν είχε καταφέρει να ανακαλύψει τον δολοφόνο. Δεν είχε καταφέρει να αποκαλύψει το
κακό. Όλοι περίμεναν από αυτόν. Όλοι ήξεραν ότι μόνο αυτός μπορεί να ανακαλύψει, να αποκαλύψει και να τιμωρήσει το κακό. Και περίμεναν. Γιατί είχαν πιστέψει σε αυτόν.
Είχε ηττηθεί; Είχε ηττηθεί το καλό από το κακό;
Όλοι έψαχναν.
Τελικά, όμως, όχι όλοι.
Όλοι, εκτός από αυτόν…
Ήξερε…
Ένα περίεργο, απόκοσμο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Τί ήταν; Είχε καταλάβει επιτέλους ποιος ήταν ο δολοφόνος; Είχε ανακαλύψει το κακό; Θα το μάθουμε και εμείς; Μετά από τόση αγωνία, μετά από τόσες ανατροπές, μετά από αυτήν την εξαντλητική εναλλαγή ενθουσιασμού και απογοήτευσης; Ανύψωσης και καταρράκωσης;
Ναι.
Ήξερε…
Η αλήθεια ήταν εκεί. Ήταν μπροστά τους. Όλο αυτό τον καιρό.
Τόσο εύκολο, μα και τόσο δύσκολο μαζί…
Έκανε μία ανασκόπηση των γεγονότων αυτής της φριχτής ιστορίας, αυτής της μικρής ιστορίας του ανθρώπου. Η αλήθεια ήταν εκεί και ήταν φριχτή.
Κανείς δεν είχε καταλάβει ότι, τελικά, πίσω από κάθε λέξη, πίσω από κάθε πράξη κρυβόταν ο Διάβολος. Με μάσκα.
Τη μάσκα των εννέα γραμμάτων του Διαβόλου.
Ήξερε, λοιπόν. Φυσικά και ήξερε…
Το χαμόγελο έσβησε από το πρόσωπό του.
Είναι ώρα…
Θα μάθουμε…
Είναι ώρα…
Και έβγαλε τη μάσκα.
Τα εννέα γράμματα του Διαβόλου ανακατεύτηκαν με τις σπίθες.
Και αποκαλύφθηκε το πρόσωπο του κακού. Σε όλο το φριχτό του μεγαλείο.
Γιατί α υ τ ό ς ήταν το κακό.
Γιατί α υ τ ό ς ήταν ο Διάβολος.
Και είχε νικήσει π ά λ ι.
Για μία ακόμα φορά.
Για μία ακόμα καταραμένη φορά.
Γιατί, φίλοι μου, το νόμισμα έχει πράγματι δύο όψεις.
Μόνο που είναι ίδιες…
-Τέλος-

Τελευταίες Ειδήσεις

Ώστε έτσι, ε;

ΠΡΟΔΟΤΕΣ !!

Η τελευταία ευκαιρία

Η 93χρονη Σουζάνα θέλει τη βοήθεια μας…

Μία φανταστική ιστορία…

Scroll to top
x